- κύνικλος
- κύνικλος, ὁ (Α)βλ. κόνικλος.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
κύνικλος — cuniculus masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κυνίκλων — κύνικλος cuniculus masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Cunicularium — A cunicularium is an establishment of animal husbandry dedicated to the raising of rabbits for meat and fur. This enterprise is known as cuniculture. Contents 1 Disambiguation 2 Etymology 3 History 3.1 … Wikipedia
κούνικλος — και κουνίκουλος, ὁ (Α) κόνικλος*, κύνικλος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. cuniculus βλ. και λ. κουνέλι] … Dictionary of Greek
κόνικλος — ο (Α κόνικλος και κύνικλος) κουνέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. cuniculus «κουνέλι»] … Dictionary of Greek